«Άδικος κόπος. Το ένστικτο μου μου λέει ότι είναι στον κάτω όροφο. Αυτό που ψάχνουμε πρέπει να βρίσκεται κοντά στα κρεβατια. Ειδεμή όλος ο συλλογισμός μας είναι εσφαλμένος. Πρόσεξε αυτά τα επιπλα tv. Σε όποιο δωμάτιο και να οδηγούν, βρίσκεται σε αντίθετη κατεύθυνση από αυτή του σαλονιου», επιχειρηματολόγησε, για να συμπληρώσει αμέσως μετά: «Πάμε πάλι κάτω. Κάτι μας διαφεύγει».
Κατέβηκαν στο πλάτωμα του πρώτου ορόφου. Από εκεί οι ιαχές του κόσμου, οι κουβέντες, τα γέλια, οι φωνές και η μουσική ακούγονταν σαν μακρινό μουρμούρισμα, καθώς τους χώριζε από την πλατεία ο παχύς πέτρινος τοίχος. Τον τοίχο αυτό άρχισαν τώρα να ψάχνουν σπιθαμή προς σπιθαμή για κάποιο άνοιγμα που δεν είχαν εξαρχής προσέξει. Φώτιζαν τον τοίχο με τους φακούς από τη βάση ως το ταβάνι, ακολουθώντας αντίθετες πορείες. Τίποτα δεν έδειχνε ότι υπήρχε είσοδος στον πίσω χώρο του σαλονιου. Το μόνο που είδε ήταν κάποια κομμάτια από τα κρεβατια, παρατημένοι ποιος ξέρει από πότε, που ανά ζεύγη ήταν περασμένοι στους σκουριασμένους σιδερένιους κρίκους που προεξείχαν από την πέτρα.
