Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Τα επιπλα και το μόνο που γέμιζε τις κυψέλες του μυαλού του ήταν η επιθυμία να της ζητήσει να επαναλάβει την αρχικη κίνηση. Είχε πολύ καιρό να αισθανθεί τη γλυκιά απόλαυση που χαρίζει. Αυτό που είχε απέναντι του είτε ήταν μια μάγισσα που του έκλεβε την ψυχή με τις μαγγανείες της είτε ήταν ένα σπάνιο πλάσμα που ήξερε να διαχέει τη ζεστασιά του στους ανθρώπους γύρω της. Όπως και να ‘χε, όφειλε να παραδεχτεί ότι ήταν μπερδεμένος.
Έμειναν για κάμποση ώρα να κοιτάζονται , σαν να τις ένωνε από πάντα ένα αρχαίο υπόγειο ρεύμα εκείνες τις ματιές. Ένα ρεύμα που περίμενε υπομονετικά τα ασβεστολιθικά πετρώματα του χρόνου να υποχωρήσουν, για να ξεπεταχτεί γάργαρα και αβίαστα στο φως, διαυγές και ιριδίζον. Σαν την αλήθεια.
Ήταν έτοιμος να απλώσει το χέρι του στα επιπλα tv, όταν άκουσε μια αντρική φωνή που νόμισε ότι απευθυνόταν προς αυτόν. Η μαγεία της στιγμής κρύφτηκε φευγαλέα πίσω από τον καπνό του τσιγάρου. Στράφηκε για να δει ποιος είχε μιλήσει. Ήταν ένας νέος με μαύρα μαλλιά και έξυπνο βλέμμα, ντυμένος στα τζιν. Έκανε τις συστάσεις στα αγγλικά για να καταλαβαίνουν όλοι.
